Ανατροπές



Και κάθεσαι ένα μεσημέρι και λες:
Κι αν αύριο είναι αλλιώς;
Και ποτέ δεν είναι.
Γιατί αλλιώς θα είναι μόνο αν τα κάνεις εσύ αλλιώς.
Αλλά εσύ δεν τα κάνεις αλλιώς γιατί βαριέσαι.
Ή φοβάσαι.
Ή κουράστηκες.
Ή όλα τα παραπάνω.
Κι έτσι ξαπλωμένος όπως είσαι στη σαιζ λονγκ και πίνεις ατάραχος το μαρτίνι σου, προσπαθώντας να κρυφτείς από τις επιβλαβείς ακτίνες του ήλιου, και παρακαλώντας να μην πέσει σήμερα ο ουρανός στο κεφάλι σου μιας και δεν είναι ωραία μέρα για κατάγματα, σε προσπερνάει ένα “κάτι” με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αναποδογυρίζοντας όλο σου το ανιαρό περιτύλιγμα, και διαπιστώνεις έντρομος πως στις πινακίδες γράφει “ζωή” και πως τελικά δεν είχε και τόσο ήλιο όσο νόμιζες, αλλά μάλλον ρίχνει σαλοτραπεζαρίες κι η ομπρελίτσα από το μαρτίνι δε σου φτάνει για να κρατήσεις στεγνό ούτε το γαμημένο πληκτρολόγιο του laptop.
Ούτε αυτό που έχεις κάτω από τα βλέφαρα.

Κουράγιο μπαμπά.
Θα περάσει κι αυτό...





.


Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

Μαγκούρα
Γυαλιά γκαβομάρας (γενικώς)
Μασέλα
Πι
Slipad (για την ακράτεια)
Μια σακούλα φάρμακα (ότι να ‘ναι, αρκεί να κρατάω τη σακούλα)
Κασμιρένιο παλτό
Εφημερίδα “Ακρόπολις”

Σπόρια για τα περιστέρια
(να επιστρέψω τα εισιτήρια των U2)
Φιδές
Τίλιο ή χαμομήλι
Μακρύ σώβρακο
Ακουστικό βαρηκοΐας
Υπογλώσσια
Κασέτες Καζαντζίδης - Μαρινέλλα
Τρανζιστοράκι για βραχέα
Μια αποκλειστική…
• …



(Χμ… νομίζω φτάνουν για αρχή…)

- Γυναίκα! Θέλουμε τίποτα άλλο από το σούπερ μάρκετ;






.

Μαμά, γερνάω…



Κοιτάζω τις φωτογραφίες.
Τις κοιτάζω και δεν μπορώ να την αναγνωρίσω. Λέω “μα καλά, είναι δυνατόν; ήταν εμένα το παιδί μου έτσι πριν από τρεις μήνες;” Τις βάζω σε μια σειρά, τις τακτοποιώ σ’ ένα άλμπουμ και κάθομαι και ξεφυλλίζω αποβλακωμένος μέχρι να πάθω κατάθλιψη.
Το μαιευτήριο, η πρώτη μέρα στο σπίτι, η κούνια της, η πρώτη της βόλτα με καρότσι, η εκδρομή, τα παιχνίδια της, στο χωριό, ξανά πίσω, έξω με φίλους, η πρώτη της κρέμα, οι πρώτες της πόζες…

Κι όμως. Αυτή είναι. Η ίδια. Ο χρόνος που πέρασε τόσο λίγος κι όμως τόσο καταλυτικός επάνω της. Μάλλον και μέσα της. Ποτέ δε θα μάθουμε. Πριν από πέντε μήνες απλώς ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ, και τώρα κοντεύει να μου ρίξει χαστούκι όποτε γκρινιάζω. Ο χρόνος. Που την έκανε από μια κουκίδα σ’ ένα υπερηχογράφημα, κορίτσι για παντρειά μέσα σε 150 μέρες.

Μα για στάσου! Ο ίδιος χρόνος, ακριβώς ο ίδιος, δεν πέρασε και για μένα και για σένα και για όλους;
Ναι, μάλλον.
Όχι μάλλον, σίγουρα.
Άρα;
Άρα τι;
Άρα ΤΟΣΟ μεγάλωσα κι εγώ!
Φυσικά!
Όχι φυσικά, όχι φυσικά…
Φυσικότατα σε πληροφορώ. Αφύσικο θα ήταν να μην μεγάλωνες.
Μα εγώ κάθε πρωί στον καθρέφτη βλέπω την ίδια σκατόφατσα!
Κι ο καθρέφτης.
Τι;
Την ίδια βλέπει…
Τότε;
Προφανώς μεγαλώνεις μέσα σου.
Που μέσα μου; Τι λες τώρα;
Μέσα σου. Εσωτερικά. Το είναι σου. Πως το λένε;
Μα… μα… θα σκάσω! Δεν χωράμε παραπάνω εδώ μέσα!
Είσαι ηλίθιος.
Μπορεί, αλλά στ’ αλήθεια δεν έχει άλλο χώρο!
Βρε μανάρι μου, πώς να στο πω; Γερνάς.
Ώπα! Οξύμωρο!
Μπαρδόν;
Και “ΜΑΝΑΡΙ” και “ΓΕΡΝΑΣ” δεν πάνε μαζί .
Καλά μη φρικάρεις, για να σε καλοπιάσω στο ‘πα.
Ποιο απ’ τα δύο;
(τι μαλάκας…!)

Έτσι που λες… Κάπως έτσι. Αποφάσισα πως γερνάω. Κι αυτές οι αηδίες πως “τα χρόνια που περάσαν σ’ ομορφαίνουνε” τις έλεγε μόνο η Δήμου παλιά που τραγούδαγε ακόμα, μην ακούσω καμιά εξυπνάδα εδώ μέσα!


Το ότι προχθές διαπίστωσα (μόνος μου)
πως έχω ΚΑΙ πρεσβυωπία,
δεν έπαιξε απολύτως κανένα ρόλο
στην απόφασή μου.
(στο διάολο… ένα πράγμα δούλευε σωστά πάνω μου, πάει κι αυτό…)






.

Κάνει ζαλάδα;

ή εγώ ζαλίζομαι;

Bösendorfer



Στάθηκα τυχερός.
Έχω ταξιδέψει σε όλες τις μουσικές με όλους τους τρόπους.

Περπάτησα μέρες και νύχτες πάνω σε κλαβιέ πιάνων,
τρύπωσα μέσα στη μπότα μιας φάλτσας ντραμς,
έμεινα μετέωρος πάνω από ένα φαγκότο κι ένα όμποε,
έγδαρα τα χέρια μου στις πιο λεπτές στριγκλιές ενός βιολιού,
ηλεκτροσόκ με αναστήσανε από χιλιάδες ηλεκτρικές κιθάρες,
και σε μια γκρανκάσα μέσα με ξαναθάψανε.

Ένα βράδυ βράχνιασα παρέα μ’ ένα τσέλο,
κολύμπησα με μια φλογέρα-σχεδία τον Σηκουάνα,
κι άλλοτε κάπνιζα φτηνά πούρα που με κέρναγε ένα κοντραμπάσο.
Ένας τυφλός μ’ ακορντεόν έγινε ο καλύτερός μου φίλος για ένα βράδυ,
μια γκάιντα παλιά έστελνε νότες μαχαίρια στα γυμνά μου μπράτσα,
βινύλια απέθαντα με στοιχειώσανε για πάντα,
και πνίγηκα ευτυχισμένος μεσ’ τους καπνούς μιας ξεκούρδιστης μπάντας.

Τώρα ξεκουράζομαι στα πιο μαύρα πλήκτρα ενός πιάνου.
Bösendorfer.
Bösendorfer 290.
Το ήξερες ότι είναι το μόνο πιάνο στον κόσμο,
με 9 μπάσα πλήκτρα περισσότερα;
Όλα μαύρα.
Έτσι κι εγώ.
Ακόμα και μέσα στην πιο αδυσώπητη πραγματικότητά μου,
θέλω κάτι ξεχωριστό για να κρυφτώ.

Μην κλαις μωρό μου

Ο μπαμπάς έλειψε για λίγο.
Ήταν ταξίδι. Αλλά γύρισε πάλι. Είδες;


Δεν ήταν τόσο επικίνδυνο όσο νόμιζα.
Να, εδώ είμαι, με όλα μου τα χέρια και όλα μου τα πόδια. Αυτό που έχω πάνω στο λαιμό μου είναι κεφάλι και το στήθος μου κουνιέται επειδή αναπνέω. Ναι μωράκι μου μικρό… Είμαι εδώ τώρα δίπλα σου για να μη φοβάσαι.


Θέλεις να σου πω μια ιστορία για να κοιμηθείς;




Εκεί που πήγα λοιπόν, είδα πολλά ωραία αλλά και παράξενα πράγματα, είχανε χρώματα και μυρωδιές και γεύσεις. Δεν ήταν πάντοτε όμορφα, αλλά ξέρεις γλυκό μου κι εσύ όταν μεγαλώσεις θα μάθεις πως οι εκπλήξεις σε κρατάνε ζωντανή, και κάνουν το μυαλό σου να δουλεύει.
Που λες, είδα έναν τεράαααστιο ιπποπόταμο να χορεύει βαλς τόσο ωραία που ντράπηκαν όλες οι σχολές χορού και κλείσανε. Είδα ένα αερόστατο πολύχρωμο και παραφουσκωμένο, που όμως το είχανε καρφώσει στο χώμα κι αυτό αργοπέθαινε από κατάθλιψη. Χε, χε, πήγα ένα βράδυ λοιπόν, σσς… μη μας ακούσει κανείς, καήκαμε… πήγα ένα βράδυ που λες και ξερίζωσα όλα τα καρφιά από το έδαφος και μεμιάς το αερόστατο έφυγε μακριά κουνώντας μου το τεράστιο καπέλο που φορούσε για να με ευχαριστήσει.
Δεν ήταν εύκολο αυτό ξέρεις. Α, όλα κι όλα! Ο μπαμπάς έβαλε όλη του τη δύναμη, γιατί τα καρφιά είχανε ρίζες βαθιές, είχανε γίνει ένα με το χώμα κι είχανε αγκαλιάσει όλα τα ζωάκια που ζούνε κάτω από την επιφάνεια της γης, τα μυρμηγκάκια, τα σκουληκάκια, τα φιδάκια τα μικρά, τις σαυρούλες, τα ποντικάκια και τους δικαστικούς επιμελητές…

Είδα ψηλά στον ουρανό, ένα μεσημέρι που ο ήλιος έκαιγε, όλα τα πουλιά του κόσμου που μαζεύτηκαν εκεί που ήμουν, χόρεψαν έναν τρελό χορό, μαγευτικό, και μετά τα καημένα έπεφταν ένα ένα στη γη κάτω και σκοτώνονταν, μέχρι που δεν έμεινε κανένα. Κι έτσι εσύ τώρα δεν θα μάθεις τι θα πει κελάιδισμα κανονικό, παρεκτός από τη φωνούλα της μαμάς σου αγάπη μου…

Είδα τρένα τεράστια, με άπειρα βαγόνια να ξεδιπλώνονται σα φίδια στις έρημες επαρχίες, και να κατεβάζουν τους επιβάτες τους στη μέση του πουθενά, ενώ περνάγανε από τις αποβάθρες σα δαιμονισμένα, λες και δεν θα ξαναεμφανιστούν σταθμάρχες ποτέ…


Είδα… είδα…
Θέλεις να σου πω κι άλλα ψυχή μου, ή βαρέθηκες;
Θα σου πω.

Είδα ένα χοντρούλη κλόουν που ήτανε λυπημένος, επειδή το τσίρκο που δούλευε έφυγε, ένα βράδυ που αυτός κοιτούσε το φεγγάρι αγκαλιά με την κοπέλα του, σ’ ένα παγκάκι στον Θερμαϊκό. Αλλά του έδωσα μια κουρδιστή μπαλαρίνα (σαν κι αυτή που σου πήρα για να κοιμάσαι τα βράδια, που κάνει γκλιν γκλον…) κι αυτός τη χάρισε στην κοπέλα του και χαμογέλασαν τόσο πλατιά κι οι δυο τους, που απλώθηκε στην παραλία ένα στρώμα γαλήνης κι ευτυχίας, κι όλοι οι άνθρωποι ξάπλωσαν επάνω του και κοιμήθηκαν ήρεμοι εκείνο το βράδυ, έχοντας αφήσει τις ελπίδες τους σε καλά χέρια.

Έπειτα ήμουν σ’ ένα τεράστιο καταπράσινο λιβάδι κι είδα εκεί παπαρούνες χιλιάδες κατακόκκινες κι ανάμεσά τους φράουλες και κυκλάμινα και νάνους και ξωτικά. Και τότε πέταξε από πάνω μας ένας πανέμορφος πελαργός κι άφησε στον καθένα από μια ευχή, που την είχε τυλίξει σε τούλια κι οργαντίνες και την είχε δέσει με κορδέλες ροζ και φούξια. Άνοιξα κι εγώ τη δική μου λαίμαργος και πεινασμένος μα βρέθηκα σ’ ένα μέρος σκοτεινό μωρό μου, που δεν είχε τοίχους πουθενά και δεν τελείωνε, κι από το βάθος άκουγα μοναχά σειρήνες και κλαδιά που σπάνε, κι είδα μέσα στο μισοσκόταδο μια σκάλα, στενή και ραγισμένη, ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό, δεν είχα που αλλού να πάω και φοβόμουν κι έτσι άρχισα να τρέχω προς το μέρος της, κι εκείνη σαν να απομακρυνόταν ολοένα κι εγώ έτρεχα ακόμα πιο γρήγορα, κι εκείνη, κι εγώ, κι εκείνη…
και μια μέρα χτύπησα δυνατά τα πόδια μου στη γη και τινάχτηκα πέρα μακριά και την έφτασα και γαντζώθηκα πάνω της κι ανέβαινα κι ανέβαινα… και κάποια μέρα έφτασα και είδα το σπίτι μας κι η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πάλι καρδιά μου, κι έβγαλα το κλειδί από τη μέσα τσέπη μου -πάντα στη μέσα τσέπη να το βάζεις φως μου κι εσύ, για να μην το χάσεις και δεν έχεις που να λυτρωθείς τα βράδια- κι άνοιξα την πόρτα μας και πλύθηκα κι έτρεξα κοντά σου αγαπούλα μου να σ’ αγκαλιάσω και να σε φιλήσω.

Μωρό μου γλυκό…

Γιατί με κοιτάς μ’ αυτά τα τεράστια μάτια…;



Δε σου άρεσε ματάκια μου το παραμύθι;



Αγάπη μου;



Νεραϊδούλα μου…



Μην κλαις ψυχή μου. Όχι, όχι… μην κλαις…
Ψέματα ήταν όλα! Ένα παραμύθι. Ναι αγάπη μου, ένα παραμύθι…
Μην κλαις.

Φοβήθηκες κορίτσι μου; Ε;




Συγγνώμη αγαπούλα μου, συγγνώμη.
Ο μπαμπάς δε ξέρει ακόμα να λέει ωραία παραμύθια.
Μάλλον…
Θα μάθει όμως. Θα μάθει!
Στο υπόσχομαι ζωή μου!

Και θα έρχομαι κάθε βράδυ δίπλα στο μαξιλαράκι σου
και θα σου λέω τις πιο όμορφες ιστορίες
και θα τραγουδάμε μαζί
και θα φωνάζουμε τις νεράιδες
να σου κρατάνε συντροφιά όλο το βράδυ
κι όταν θα γαληνεύεις φως μου
θα σβήνω όλον τον κόσμο από γύρω σου…

για να μην κάνει θόρυβο και σε ξυπνήσει…

…ελπίδα μου εσύ, μοναδική.








 

Blogger Template | Created by: Spy